Δ. Γονική άδεια
- Για την γονική άδεια ανατροφής, την οποία δικαιούνται όλοι οι γονείς στο χρονικό διάστημα από την λήξη της αδείας μητρότητάς μέχρι το παιδί να συμπληρώσει τα 6 έτη, διαρκεί δε 4 τουλάχιστον μήνες για κάθε γονέα και είναι άδεια άνευ αποδοχών
Ε. Προστασία κατά της καταγγελίας
- Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή τον μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων.
Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη».
Αφετηρία της προστασίας των τεκουσών κατά της απολύσεως είναι η ημέρα του τοκετού. Η προθεσμία αρχίζει από της επομένης ημέρας του τοκετού.
Είχε προβλεφθεί ότι η χορήγηση της 6μηνου ειδικής αδείας έχει ως συνέπεια την παράταση του διαστήματος προστασίας κατά 3 μήνες (βλ. ήδη ανωτέρω - 18 μήνες για κάθε περίπτωση).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη, η προστασία κατά της απολύσεως ισχύει για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου. Στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου η προστασία ισχύει μόνον μέχρι του χρόνου συμβατικής λήξεως της ορισμένου χρόνου σχέσεως. Η προστασία δεν ισχύει μετά από την νόμιμη λήξη της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, έστω και αν παρέχεται εργασία βάσει αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Η προστασία κατά της απολύσεως έχει εφαρμογή και επί ακύρου συμβάσεως. Οφείλονται και μισθοί υπερημερίας παρά την ακυρότητα.
Προστατεύεται και η γυναίκα της οποίας το τέκνο εγεννήθει νεκρό η απεβίωσε μετά τον τοκετό.
Η προστασία κατά της καταγγελίας δεν ισχύει επί υιοθεσίας τέκνου, ούτε επί αποβολής του εμβρύου, αφού δεν υπάρχει «τοκετός».
*
Η απαγόρευση της καταγγελίας ισχύει ανεξαρτήτως της γνώσεως του εργοδότου περί της εγκυμοσύνης και ανεξαρτήτως της γνώσεως ακόμη και της ιδίας της εγκύου
Οπως έκρινε η Εφ. Λαρ. 458/2002 δεν επιτρέπεται η με ΥΑ θέσπιση δυνατότητος απολύσεως εργαζομένων που ευρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης η λοχείας (εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος), ούτε η ερμηνεία της κανονιστικής πράξεως κατά τρόπον άγοντα εις το αποτέλεσμα αυτό. Επίσης με την ΑΠ 37/2004 - ΔΕΝ 2004 σελ. 962 εκρίθει ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητάς των φύλων η απομάκρυνση εργαζομένης από θέση προϊσταμένης, αποκλειστικώς και μόνον λόγω εγκυμοσύνης και τοκετού.
Η κατά παράβασίν του νόμου επιχειρηθείσα καταγγελία θεωρείται ως μη γενομένη κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 του Αστικού Κώδικος και ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία. Σημειώνουμε ότι η καταβολή εκ μέρους του εργοδότου των αποδοχών των 18 μηνών (διάστημα προστασίας) στην απολυομένη, δεν καθιστά έγκυρη την καταγγελία ούτε αίρει την υπερημερία του εργοδότου. Η μη γνωστοποίηση ή η καθυστερημένη γνωστοποίηση της εγκυμοσύνης στον εργοδότη δεν καθιστά καταχρηστική την αξίωση καταβολής μισθών υπερημερίας.
Δεδομένου ότι οι διατάξεις περί προστασίας της εγκύου και τεκούσης είναι δημοσίας τάξεως, δεν δύναται να αποκλεισθεί η εφαρμογή τους δια της ιδιωτικής βουλήσεως. Είναι απολύτως άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού περί μη εφαρμογής των προστατευτικών αυτών διατάξεων, καθώς και κάθε συμφωνία με άλλο αντικείμενο, η οποία όμως τείνει ή άγει στο ίδιο αποτέλεσμα (σύμβαση προς καταστρατήγησιν του νόμου). Επίσης είναι απολύτως άκυρη η παραίτηση της γυναίκας από την προστασία αυτή, καθώς και η ανάληψη υποχρεώσεως οικειοθελούς αποχωρήσεώς της από την εργασία ή η εκ μέρους της ανάληψη υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως ή ορισμένου ποσού ως ποινής, αν μελλοντικώς περιέλθει σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3896/10, ο εργοδότης δεν μπορεί να αρνηθει την πρόσληψη γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης η μητρότητάς.
Για την υποχρέωση η μη της υπό πρόσληψίν γυναίκας να δηλώσει αν είναι έγκυος, δεν υπάρχει κατά νόμον καθήκον της εργαζομένης να αποκαλύψει στον εργοδότη την εγκυμοσύνη της.