Η ΡΑΑΕΥ έκρινε ότι μια τέτοια επιβάρυνση θα ήταν δυσανάλογη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και επέλεξε τελικά το πιο ήπιο σενάριο. Έτσι, αποφασίστηκε η ανάκτηση του απαιτούμενου εσόδου σε ολόκληρη τη διάρκεια του έτους, ώστε οι αυξήσεις να «απλωθούν» χρονικά και να είναι μικρότερες. Με βάση αυτή την επιλογή, η μέση αύξηση στις σχετικές χρεώσεις εκτιμάται γύρω στο 15%, αν και σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών μπορεί να είναι υψηλότερη.
Στην πράξη, οι αυξήσεις θα επηρεάσουν όλους τους χρήστες του ηλεκτρικού συστήματος, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι καταναλωτές υψηλής και μέσης τάσης θα δουν την επιβάρυνση κυρίως μέσω της χρέωσης ισχύος, δηλαδή ενός σταθερού ποσού που συνδέεται με τη μέγιστη ισχύ που δεσμεύουν. Αντίθετα, τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τάσης, ιδιαίτερα όσοι δεν διαθέτουν σύστημα τηλεμέτρησης, θα επηρεαστούν κυρίως μέσω της χρέωσης ανά κιλοβατώρα, με αποτέλεσμα αύξηση στο κόστος κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.